«Μυρωδιές του Χειμώνα» της Δώρας Καρούτα

Τα κίτρινα και κόκκινα μήλα που ήταν μαγικά και τα καθάριζε στο κρεβάτι, σκαρώνοντας ιστορίες με τις μπλε, καρό πιτζάμες που είχαν τη μυρωδιά του γλυκού παππού. Πάνω σε αυτές γέλασες, κούρνιασες, έκλαψες, έφαγες με το ζόρι το γάλα της παρδαλής κατσίκας που τάχα το έκανε για εσένα, μαζί με το ζυμωτό ψωμί, που θα σ’ έκαναν την άλλη μέρα πιο μεγάλη και πιο όμορφη!
Οι φλούδες από τα πορτοκάλια πάνω στη μαντεμένια σόπμα που αργοψήνονταν μαζί με τα κάστανα, που ποτέ δεν έκαιγαν μέσα στα χέρια της, αρκεί να στα καθαριζε γρήγορα.Η μυρωδιά από το δαδί που άναβε με το σπίρτο για να μην κρυώσεις, κι ας σε είχε κουκουλωμένη με την πράσινη κουβέρτα στο κρεβάτι της, που είχε τη μυρωδιά της γλυκιάς γιαγιάς.Ο καπνός από το τζάκι που μπερδευόταν με την ομίχλη και το φρεσκοβρεγμένο χώμα και σε έκανε να τρυπώνεις στη φούστα της. Και γινόταν τα μάγουλά σου κόκκινα, «ρούχωναν» από τη ζέστη.Αυτό περίμενε να δει για να χαρεί.Τα είχε καταφέρει καλά!
   
Τότε, που το μόνο φως που έβλεπες έξω ήταν αυτό από το φεγγάρι και το χιόνι, ερχόταν το χάδι της στην πλάτη σου, με αυτά τα σκληρά, γλυκά, μαύρα από τα καρύδια χέρια!Τότε ήταν που ερχόταν τα κανακέματα!Τότε σου έταζε όλον τον κόσμο  για να της πεις ένα τραγούδι.Ένα τραγούδι που κατέληγες να το χορεύεις στα χέρια του παππού.
   
Δεν ήξερες τι να κοιτάξεις, τι να επεξεργαστείς! Την ποδιά της;Το καπέλο του;Τα αυγά που κρατούσε στο χέρι της;Την κλούτσα;Χανόταν τα μάτια σου στις εικόνες, ενώ τα δικά τους περίμεναν να δουν το δικό σου χαμόγελο μόλις ακουγόταν από το στόμα της, «ήταν ένας κι άλλος ένας«, μόλις ακουγόταν «πήγε ο πάππος στου χουράφ, πήγε η μπάμπου απού κοντά«. Περίμεναν  να απλώσεις τα μικρά χεράκια, για να σε πιάσουν και να αρχίσετε μαζί το «ταρνανά και μπο μπο μπο«, ξανά και ξανά, συνέχεια! 
   
Πέρασε ώρες μαζί σου για να μάθεις να λες τα κόλιντα έτσι όπως τα έλεγαν παλιά, να συνεχίσεις αυτό που προσπαθούσε με κόπο να σου μάθει.Κι όταν έφτανε εκείνη η μέρα έτρεχες πίσω της, μα εκείνη δε σε κοιτούσε.Ασχολιόταν με τον πλάστρη της και με τις κλούρες, μέχρι που σου έδινε λίγο αλεύρι και νερό και προσπαθούσες να κάνεις ότι κι αυτή.Και που ποτέ σου δεν τα κατάφερες.Μέχρι να ξεκολλήσουν τα δάχτυλα από το ζυμάρι, εκείνη είχε βάλει μέσα στη σόμπα την πίτα και σε τάιζε το γάλα με την κλούρα. Τότε ερχόταν εκείνος, σε έπαιρνε «τσιούς» και ξεκινούσατε μαζί στο σοκάκι, ανοίγοντας τορό στο χιόνι,  το «κόλιντα κουντίλινα…»
   
Τέτοιες μυρωδιές φέρνει ο αέρας, μέσα στα σπίτια μέρες σαν κι αυτές!
    
«Ό, τι εύχεσαι τα Χριστούγεννα,να το εύχεσαι σιγανά, θα σε ακούσουνε οι δικοί σου «άγγελοι». Κι αυτό που θα συμβεί θα είναι «μαγικό».
     
 Καλά Χριστούγεννα, γεμάτα «μυρωδιές»!
 
Καρούτα Δώρα

1,434 total views, 4 views today

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *